Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Η Μηλίτσα, το Τουρκογιόφυρο στον Ερύμανθο και ο Αγάς στο Βιδιάκι Γορτυνίας.

   Το παρακάτω αληθινό περιστατικό έχει σαν πρωταγωνιστές τον Αγά του χωριού Βιδιάκι, που “θέλησε” την κόρη του Γ. Βασιλακόπουλου Μηλιά, το παλιό γεφύρι του “Δομοκού” και το υπηρέτη του Αγά Δημήτρη, που έκλεψε τη Μηλιά. (1).
    “...δυό ώρες νύχτα. Σε μια αυλόπορτα από μέσα, κάποιες σκιές αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, έκλαψαν. Ξεχώρησαν οι δύο, βγήκαν στο δρόμο και κίνησαν. Με δύο τράστα στον ώμο γεμάτα, με παράδες στην τσέπη. Ένα μονοπάτι στενό κακάβατο, κατηφορίζει από τις Γωνές, στα Δεντρούλια και στο γεφύρι.Το τουρκογιόφυρο, το παλαιό. Κι από κει φειδωτά, κορδελιαστά ανηφορίζει και χάνεται σε μάκρος τρα-βώντας κατά τη Δίβρη. Κι οι σκιές κατηφορίζουν.
  • Σκιάζεσαι, Μηλιά, εδώ που πάμε στον ξένο τόπο;
  • Όχι, Δημήτρη. Σαν είμαι κοντά σου τίποτα δεν με σκιάζει.
   Χάραζε πια και της αυγής τα χρώματα έβαφαν του Λαπινίκου τις κορφές. Ζερβά, από κάτω τους τα νερά της Ντοάνας κυλούσαν κρύα κι έδερναν αλύπητα τις ποταμόπετρες. Ένα φεγγάρι λειψό και αδύναμο μάταια αγωνιζόταν να χύσει το λιγοστό του φως ανάλαφρο και αέρινο. Κι εκείνοι, ο Δημήτρης και η Μηλιά προχωρούσαν βιαστικοί.
Το δυτικό βάθρο του Τουρκογιόφυρου. (Φωτο: ΑΓΠ)
Πέρασαν το γεφύρι. Μόλις έστριψαν στο στουρναρόβραχο και βγήκαν στο Χαλια-δάκο πλευρά, τους πήραν τα σκυλιά. Η πλάση άρχισε να ξυπνά. Στα Πεταίικα κονάκια ανακατευόταν των γιδών με των κατσικιών το βέλασμα. Οι πέρδικες άρχισαν να το λένε στην πλαγιά. Μαζί με των σκυλιών τ' αλύχτημα, ακούστηκε μια φωνή. Δύσκολοι καιροί, άγριος ο τόπος, στο πόδι οι τσοπάνηδες, με το καριοφίλι.
  • Eϊ. Τι είστε, ρε;
  • Στρατολάτες!
  • Που πάτε, ρε;
  • Εδώ σιαπάν'!
  • Πούθ' ερχόστε ρε;
  • Πέρα το Βιδιακίτικο!
Και προχωρούν. Ούτε τα σκυλιά, ούτε τους ανθρώπους έχουν καιρό να προσέξουν. Περπατούν βιαστικά και πασχίζουν γλήγορα να ξεμακρύνουν από το Βιδιάκι και του αγά την οργή.
  • Απόστασες, Μηλιά;
  • Όχι, Δημήτρη!
Κι έφευγαν βιαστικά, τρεχάτοι πες. Κι ας ήσαν και φορτωμένοι. Το όραμα της νέας τους ζωής, φτερά έβαζε στα πόδια τους.
Από τη Δίβρη έξω πέρασαν. Αν και εδώ ανάσαινε η Ρωμιοσύνη. Εδώ και κρυφό σχολειό λειτουργούσε, (σημ. Σε υπόγειο της Ι. Μονής. Ανακαλύφθηκε τυχαία από στρατιώτες το 1948, ενώ οι κάτοικοι αγνοούσαν την εκεί ύπαρξή του) και πέντε μπαρουτόμυλοι, του Αγγελή Πετραλιά, δούλευαν, για το μεγάλο σκοπό, που ψιθύριζαν, εδώ οι χριστιανοί. Όμως δεν ήθελαν συναπαντήματα. Τούτον τον καιρό οι Τούρκοι ήσαν καχύποπτοι. Μυρίζονταν πως οι Γραικοί κάτι ετοίμαζαν. Και για τούτο όλους τους σταμάταγαν κι όλους τους εξέταζαν.
   Στου Αστρά το διάσελο, πρίν κατηφορίσουν την άλλη μεριά, τελευταία ματιά έρι-ξαν πίσω τους. Για στερνή φορά ν' αντικρύσουν από μακρυά τον τόπο τους. Το Βυδιάκι.
Το Εκκλησάκι του Αη – Κωνσταντίνου, εκεί στο ψήλωμα, ήταν το τελευταίο που είδαν στον τόπο τους. Κι ήταν ένα στήριγμα που έννοιωσαν...
Ο Δημήτρης, από της καρδιάς του βιασμένος, το βρασμό, το χέρι σήκωσε ασυναί-σθητα. Σαν αποχαιρετισμό. Και της κοπέλας τα λόγια, κόμπος τα 'πνιγε πριν ακουστούν ακόμα. Σφούγγισε το δάκρυ της και τήραξε το Δημήτρη, που μαλακά απ' το χέρι την έπιασε.
  • Πάμε, Μηλιά. Σαν το θέλει ο θεός, κάποτε θα γυρίσουμε πίσω στα χώματά
    μας, στους δικούς μας. Πάμε, γιατί ο αγάς σίγουρα θα μας πήρε στο κατόπι.
    Κι έγειραν πίσω από το βουνό και χάθηκαν.
    Ξημέρωνε η μέρα του θεού. Στο χωριό κίνησαν ο καθένας για τις δουλειές του.
    Ξαφνικά από το Βασιλοπουλαίικο σπίτι ακούγονται φωνές.
  • Ωχ τι πάθαμε...Τι μας βρήκε...
  • Τι τρέχει, ρε γειτόνοι; Τι πάθατε;
  • Εχάθηκε η Μηλιά...Η τσιούπα μας...Ωχ!
    Ο Γιωργάκης αναστατωμένος (τάχα), βιαστικά (τάχα), κατηφορίζει για το κονάκι του Μουσταφά.
  • Αγά μου, κακό που με βρήκε το δύστυχο!
  • Τι έπαθες, μπρε Γιωργάκη;
  • Η Μηλιά μου, αφέντη!..Εχάθηκε η τσιούπα μου!..Μου την κλέψανε...Ωχ, ο
    μαυρος...και τραβούσε τα μαλλιά του.
  • Α! Τον κερατά, μου την άρπαξε, κάνει ο αγάς. Τα παλικάρια μου. Τ' αλογό
    μου...
    Βγαίνει στην πόρτα και βάνει φωνή.
  • Ωρέ Γιοβάνηηη, ωρέ Κοσμά Κούμπουλααα. Τ ' αλογά σας και γλήγορα εδώ
    ωρέ. Ογλήγορα!
    Το Ανατολικό βάθρο του. (Φωτο: ΑΓΠ)
Ήταν τα “παλληκάρια του” εκείνοι. Έτσι νόμιζε. Άνθρωποι της προσταγής του. Ώσπου
 να ετοιμαστεί τ' άλογο και να φτάσουν οι άλλοι, ο Μουσταφάς μονολογούσε.
Μου 'πε θα πάγαινε στο Μοναστηράκι. Σίγουρα δεν πήγε εκείθε. Δεν θα μου το
μαρτύραγε. Να πήγαινε κατά κάτου (Νότια), θα 'πεφτε απάνου σε δικούς μας, που
διασορίζουν εκείθε. Ούτε κείθε πήγε. Άρα; Έσιαξε το Δομοκό. Εκείθε πήγε. Θα το φτάσω
 τον Γκιαούρη...”
Ήρθαν οι άλλοι δύο. Έμαθαν τι έγινε.
    • Βαρείτε κοντά, τους λέει. Ακολουθάτε με.
    • Θα 'ρθω κι εγώ, αγά μου, για την τσιούπα μου, λέει ο Γιωργάκης.
    • Θες έλα, θες κάτσε...Εγώ μια φορά θα τους φέρω πίσω...
      Και χύθηκαν προς το Δομοκό. Φούσκωσαν τα ζωντανά. Φρύμαξαν. Αφρός ο ιδρώτας τους. Αρκετά πίσω ο Γιωργάκης, Βραδυπορώντας...
    • Καρτερείτε κι εμένα!..
      Πηλάλα τον κατήφορο τα Δεντρούλια. Ανηφόρησαν απέναντι στο Δομοκό. ενας τσοπάνης έκλεινε τα κατσίκια στο τσάρκο.
    • Ωρέ, πέρασαν εδώ απάν' στρατολάτες, ένας άντρας και μια γυναίκα; ρωτάει ο αγάς.
    • Εφτού παραπάν' θα παγαίνουν, απαντάει εκείνος. Αν βαράστε γλήγορα τους
      τους φτάνετε!
      Φτερνιά στ' άλογο ο Μουσταφάς, από κοντά και οι άλλοι δυό.
      Αλλά πρίν προχωρήσουν μια πενηνταριά βήματα, ο Κούμπουλας, διπλώνεται στα δύο, βάνει τις φωνές, γλυστράει από τ' άλογο, πέφτει κάτω και σκούζει σπαραχτικά.
    • Ωχ, αχ, αχ! Ωχ! Αγά μου πεθαίνω...Η κοιλιά μου, αγά μου...Γλύτωμε αφέντη μου...Ωχ, η κοιλιά μου.
    • Τι έπαθες, ρε Κούμπουλα; Τι σ' έπιασε και σκούζεις;
    • Η κοιλιά μου, αγά...Ωχ, τι κοψίματα είν' αυτά,,,Ωχ, τι σουγλιές είναι τούτες; Χάνουμαι ο μαύρος...Με την πουτ...που κυνηγάμε σήμερα...Μη μ' αφήνεις, αφέντη μ'...
      Και δος του να κυλιέται στο χώμα, σφίγγοντας την κοιλιά του, μαζεύοντας τα πόδια του, διπλωμένος στα δύο. Ξεπέζεψαν οι άλλοι. Ο Γιοβάνης άπλωσε πάνω του να τον βοηθήσει. Με τρόπο ο Κούμπουλας του κόβει μια τσιμπιά. Εκείνος κατάλαβε. Τέχνασμα του Κούμπουλα ήταν για να αργοπορήσουν τον αγά, να προλάβει ο Δημήτρης με τη Μηλιά να φύγουν.
    • Ωχ, πεθαίνει ο μαύρος...Αχ δόλια Κουμπουλίνα χηρεύεις...Λίγο νερό αγά μου...
      σβήνω ο άραχλος...λίγο νερό Γιοβάνη...δε με λυπώστε;
    • Τρέχα, ρε Γιοβάνη, κάνει ο αγάς, τρέχα πέρα στη Λίμνα φέρε νερό. Θα μας πεθάνει εδώ χάμου!..
    • Με τι να το φέρω, αγά, που δεν έχω κάθηρο;
    • Πηλάλα, ρε, εκεί κάτου στο κονάκι και πάρε ένα καρδάρι. Άειντε. Βιάσου και θα μας φύγουν οι άλλοι!
      Ξεκίνησε ο Γιοβάνης. Σκόνταψε, έπεσε δύο τρείς φορές, έφτασε στο κονάκι.
    • Αγά, τα καρδάρια τα 'χουν γιομάτα γάλα. Δεν έχουν αδειανό!
    • Χύσ' το, μωρέ; Χύστο ένα και πάρτο, μπουνταλά! Αγανάκτησε ο αγάς.
      Πήρε ένα ο Γιοβάνης – αδειανά ήσαν τα καρδάρια – έσιαξε για τη Λίμνα. Τη Λίμνα που υπάρχει και σήμερα στο Δομοκό. Λίγο πιο κάτω έτρεχε βρυσούλα, που γέμιζε τη Λίμνα. Πλησίασε εκεί κι άρχισε να ψάχνει...για τη βρύση. Πήγε πάνω, κάτω, πέρα, δώθε. Ο Κούμπουλας έσκουζε. Ο αγάς σ' αναμμένα κάρβουνα, γιατί περνούσε η ώρα.
    • Άειντε, μωρέ, με το νερό...Τι μου σουλατσάρεις εφτού πέρα;
    • Δεν βρίσκω τη γρούσπα, αγά!
    • Εκεί, ωρέ χαϊβάνι, εκεί που πρασινίζει το χορτάρι!..
      Έφτασε κοντά κι ο Γιωργάκης, ευλογώντας το θεό για το απρόοπτο. Κάποια φορά ήρθε το νερό. Ήπιε ο Κούμπουλας. Άρχισε να... συνέρχεται. Τον βοήθησαν να καβαλικέψει και κίνησαν. Ο Κούμπουλας τελευταίος.
    • Βαρ' το, μωρέ το ψοφήμι. Έλα κοντά, ούρλιαξε ο αγάς.
    • Δεν μπορώ, αγά μου, μό' ρχεται σκοτούρα. Δε μπορώ γληγορότερα.
      Βγήκαν κάποτε στα Διβραίικα αμπέλια. Πέρασαν την Παναγίτσα. Πλησίασαν στα πρώτα σπίτια της Δίβρης. Γυναίκα πρόβαλε σε παρεθύρι.
    • Ωρή, πέρασαν εδώθε ένας άντρας με μια γυναίκα σήμερα; ρωτάει ο αγάς.
    • Περάσανε!
    • Που θα παγαίνουν τώρα;
    • Ουουου! Τώρααα...Θα 'χουν περάσει την Προστοβίτσα από ώρα!
      Η Προστοβίτσα – Δροσιά λέγεται σήμερα – είναι μεγολοχώρι της Αχαίας, πίσω από τα Διβριώτικα βουνά. Ο αγάς απελπίστηκε.
    • Άει τον κερατά, μου την πήρε. Άει το Γκιαούρη, την κέρδεψε...Και γυρίζοντας στους ακολούθους του.
    • Γυρίστε! Πάμετε! Μας φύγανε!..
    • Ωχ, τη Μηλίτσα μου, την τσιούπα μου, έκανε ο Γιωργάκης!!!
    • Πάμετε πίσω. Δεν τους προκάνουμε. Επέσαν σε άλλο καζά. Και 'φτούθε γυρίζουν κι εκείνοι οι ρέμπελοι οι Γιαννιάδες...Άειντε, ωρέ πεζεβέγκη...Άειντε...
    • Ποιός θα μου γλυκάνει τα γερατειά!..στέναζε ο Γεωργάκης. Και δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν ήταν προσποίηση, η πηγαίο της καρδιάς παράπονο. Σκασμένος ο Μουσταφάς γύρισε στο Βυδιάκι.
      Μα δεν έζησε πολύ. Οι Μπουμαίοι...”


       Σημείωση

      (1). Κ.Ι.Κηπουρός. Βιδιάκιον Γοπτυνίας – η γενέτειρά μου. Αθήνα 1988.

      Περισσότερα για το Τουρκογιόφυρο στον Ερύμανθο, κοντά στο χωριό Βιδιάκι, στον σύνδεσμο  
       http://agpelop.blogspot.gr/2015/05/blog-post.html?spref=bl