Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Συμβόλαιο του 1875 για την κατασκευή της γέφυρας Κλαδέου.



 Στην Αρχαία Ολυμπία
Ένα σπάνιο ντοκουμέντο
  Στις 26/10/1875 με την συμβολαιογραφική πράξη 4362 του συμβολαιογράφου-ειρηνοδίκη Ι. Λιναρδάκη οι Λαγκαδινοί χτίστες Παναγιώτης Γεωργίου και Χαράλαμπος Θωμόπουλος από τον τότε δήμο Τευθίδος αναλαμβάνουν μετά από δημοπρασία να χτίσουν την γέφυρα στον ποταμό Κλαδέο της Αρχαίας Ολυμπίας, λίγο πριν την είσοδο στον αρχαιολογικό χώρο. Πρόκειται για δημόσιο έργο, που το κόστος του ανέρχεται σε 9.100 δραχμές.
Γέφυρα Κλαδέου.
 Μέσα από αυτή τη συμβολαιογραφική πράξη δίνονται διάφορες πληροφορίες για το χτίσιμο, που πρέπει να έχει τελειώσει μέσα σε πέντε μήνες, αρχής γενομένης δέκα μέρες μετά την υπογραφή της πράξης ανάληψης σύμφωνα με το σχέδιο των μηχανικών, με τα υλικά να βαρύνουν τους μαστόρους  και ότι η πληρωμή θα γίνεται βάσει της προόδου του έργου που θα πιστοποιεί ο αρμόδιος μηχανικός, εκτός του ενός τρίτου του συνολικού ποσού που θα καταβληθεί κατά την αποπεράτωση του έργου. Συμφωνείται ο εργολάβος να καταβάλει  έναντι 200 δραχμές και να υπάρξει ποινική ρήτρα 2.000 δραχμών σε όποιον συμβαλλόμενο δεν τηρήσει τους όρους του συμβολαίου και ότι οι πέτρες για την κατασκευή της γέφυρας θα ληφθούν από την περιοχή των χωριών Δρούβα, Καζάνη  και Κοσκινά (1).
Αριθμός συμβολαίου 4362/26/10/1875. Σελίδα 1η.

Αριθμός 4362 τετράκις χιλιοστός τριακοστός δεύτερος.
Εργολαβία δημοσίου έργου αντί δραχ. 9100
Σελίδα 3 και 4 του συμβολαίου.
Έν Κρεκουκίω (2) καί έν τή οικία τού 'Ιω. Ζαφειροπούλου σήμερον τήν εικοστήν έκτην Όκτωβρίου τού χιλιοστού όκτακοσιοστού έβδομηκοστού πέμπτου έτους ήμέραν Κυριακήν ένώπιον εμού τού Συμβολ. Είρηνοδίκου Όλυμπίων Ί. Λιναρδάκη έδρεύοντος ένταύθα ένεφανίσθησαν οί γνωστοί μοι καί μή έξαιρετέοι Διονύσιος Άβούρης έργολάβος τών δημοσίων έργων, κάτοικος Πύργου, Παναγιώτης Γεωργίου καί Χαράλαμπος Θωμόπουλος κτίσται, κάτοικοι Λαγκαδίων, καί μοι έζήτησαν τήν σύνταξιν τού παρόντος έκθέσαντες καί παραδεχθέντες ότι ό πρώτος τούτων άνεδείχθη έπί δημοπρασίας νά κατασκευάση τήν έπί τού ποταμού Κλαδέου γέφυραν πλησίον τού Ναού τού Όλυμπίου Διός δαπάναις τού δημοσίου κατά τό σχέδιον τού μηχανικού Θ. Μοσκουδάκη, τεθερεωρουμένου ύπό τού τμηματάρχου Δ. Σκαλιστήρη το έργον τούτο συμφώνως μέ τό ρηθέν σχεδιογράφημα, όπερ γινώσκουσιν οί έτεροι συμβαλλόμενοι Παναγ. Γεωργίου καί Χαρ. Θωμόπουλος άναδέχονται ούτοι νά άποπερατώσουν έντός πέντε μηνών  άπό σήμερον ένάρξεως αύτού ποιούντες μετά δέκα ήμέρας 'επίσης άπό σήμερον καί υπόσχονται καί υποχρεούνται νά κάμουν τέλευσιν καί κατά τό σχεδιογράφημα τών μηχανικών τό έργον τούτο, όπερ οί διαλειφθέντες Παναγ. Γεωργίου καί Θωμόπουλος άνεδέχθησαν νά κατασκευάσωσιν ύποχρεωμένου τού Διονυσίου Άβούρη νά πληρώση είς αύτούς διά τό έργον αύτό δραχμάς έννέα χιλιάδας έκατόν άνευ ούδεμίας άλλης πληρωμής, ύποχρεούντων τών κτιστών τούτων να καταβάλουν τό άπαιτούμενον ύλικόν ότι ή πληρωμή τής έργασίας των θέλει καταβάλλεται είς αύτούς ύπό τού Άβούρη άναλόγως τής εργασίας ήν ήθελον κάμει και πιστοποιήσει ό άρμόδιος Μηχανικός, έξαιρέσει τού ένός τρίτου τής άξίας ταύτης έργασίας, τ'ο όποίον καταβληθήσεται ύπό τού Άβούρη είς τό τέλος τής άποπερατώσεως τού έν λόγω έργου, προκαταβολικώς δέ καί ώς κάμουν έναρξιν οί διαλειφθέντες κτίσται, ό Άβούρης ύποχρεούται νά τούς πληρώση δραχμάς διακοσίας λογισθησομένας άπέναντι τής έργασίας των. Άμα δέ τελειώση ή έργασία αύτη ό Άβούρης ύποχρεούται άμέσως νά παραλάβη διά τού άρμοδίου μηχανικού τό έργον καί άποπληρώση τήν άξίαν διά τήν δαπάνην αύτού κατά τ' άνωτέρω, συνεφώνησαν δέ ότι ό παραβάτης τής παρούσης σύμβασης ύπόκειται είς τήν πληρωμήν ποινικής ρήτρας δραχμών δισχιλίων ύπέρ τού άναιτίως συμβαλλομένου, ή έξαγωγή δέ τών λίθων διά τήν κατασκευήν τής έν λόγω γέφυρας θέλει γίνει έντός τών όρίων τών χωρίων Δρούβα, Καζάνης και Κοσκινά. Διό καί έπί παρουσία τών γνωστών μοι καί μή έξαιρουμένων μαρτύρων Γεωργίου Άποστολίδη, Είρηνοδ. Γραμματέως καί Ίωάννου Γιαννακόπουλου, Δημοδιδασκάλου, κατοίκων ένταύθα συνετάχθη τό παρόν, όπερ άναγνωσθέν είς τούς συμβαλλομένους καί μάρτυρες καί έπιβεβαιωθέν προσηκόντως παρ' αύτών ύπεγράφη νομίμως, τών Διονυσίου Άβούρη καί Χαρ. Θωμοπούλου είπόντων ότι δέν γνωρίζουν νά γράφουν.
Π. Γεωργίου
Γ. Άποστολίδης
Ι. Γιαννακόπουλος

Στις 26/11/1875 με την συμβολαιογραφική πράξη 4483 του ίδιου συμβολαιογράφου, ένα μήνα δηλαδή μετά την υπογραφή της κύριας συμφωνίας κατασκευής του γεφυριού, σπάει το συμβόλαιο λόγω ασυμφωνίας και αναλαμβάνει ο ένας εκ των δύο μαστόρων Παναγιώτης Γεωργίου την κατασκευή της, ενώ εμφανίζεται ένας άλλος μάστορας, ο Βασίλειος Σ. Λώλος επίσης από τα Λαγκάδια, που υποχρεούται να αποζημιώσει τον μάστορα Χαράλαμπο Θωμόπουλο που αποχώρησε, πράγμα που έκανε με την συμβολαιογραφική πράξη της 9/3/1876. (3)
Αριθμ. συμβ. 4483. Διάλυση της εταιρίας. Σελίδες 1 και 2.

   Έν Κρεκουκίω καί έν αυτή οίκίαν τού Ίω. Ζαφειροπούλου τήν είκοστήν έκτην Νοεμβρίου τού χιλιοστού όκτακοσιοστού έβδομηκοστού πέμπτου έτους ήμέραν Τετάρτην, ένώπιον έμού τού Συμβολ. Είρηνοδίκου Όλυμπίων Ί. Λιναρδάκη έδρεύοντος ένταύθα ένεφανίσθησαν οί γνωστοί μοι καί μή έξεραιτέοι, Παναγιώτης Γεωργίου, Χαράλαμπος Θωμόπουλος και Ίωάννης (διεγράφη ή προηγούμενη λέξις) Βασίλειος Σ. Λώλος, κτίσται κάτοικοι Λαγκαδίων, του δήμου Τευθίδος καί μοι έζήτησαν τήν σύνταξιν τού παρόντος έκθέσαντες ότι οί δύο πρώτοι Παναγιώτης Γεωργίου καί Χαράλαμπος Θωμόπουλος άνεδέχθησαν διά τού άριθμού τετράκις χιλιοστού τριακοστού έξηκοστού δευτέρου τρέχοντος έτους συμβολαίου τού συμβολαιογραφούντος τούτου να κατασκευάσωσι για λογαριασμό τού έργολάβου Διονυσίου Άβούρη μια δημόσιαν γέφυραν έπί τού ποταμού Κλαδέου πλησίον τού Ναού τού Όλυμπίου Διός, άλλά έπειδή δέν συμφωνούν μεταξύ των ούτοι νά περαιώσουν τό έργον τούτο διαλύουν τήν έταιρίαν ταύτην έπιχείρησίν των καί άναλαμβάνει τήν κατασκευήν τής έν λόγω γέφυρας μόνος ό Παναγιώτης Γεωργίου, όστις καθίσταται υπόχρεως άπέναντι τού έργολάβου Διονυσίου Άβούρη ώς πρός τήν έκπλήρωσιν τών όσων άνεδέχθησαν ύποχρεώσεων διά τού παρ' έμού συμβολαίου καί αυτός μόνον θέλει άποβλέπει ή έπιχείρησιν αύτη έπί τε τού κέρδους ή τυχόν ζημίας ό δέ Χαράλαμπος Θωμόπουλος είναι ανεύθυνος πάσης ύποχρεώσεως καί δέν θέλει ένέχεται είτε έπί τού κέρδους πλέον είτε έπί τής ζημίας, πρός άποζημίωσιν τούτου δέ ύπόσχεται καί ύποχρεούται ό Βασίλειος Σ. Λώλος νά πληρώση πρός αυτόν τόν Χαρ. Θωμόπουλο δι' ήν παρέσχεν έργασίαν έπί τής γέφυρας δραχμάς τριακοσίας κατά τήν εικοστήν
Συμβόλαιο 4483, σελίδες 3 και η αποζημείωση Χ. Θωμόπουλου.
 
πέμπτην  Δεκεμβρίου τρέχοντος έτους άτόκως καί ύπερημερίαν έντόκως.

Πρός βεβαίωσιν συνετάχθη το παρόν παρουσία καί τών γνωστών καί μή έξαιρουμένων μαρτύρων Θεμιστοκλέους Παπακωσταντίνου Δικολάβου, κατοίκου Δούκα (4) καί Λάμπρου Τζάγκλα, γεωργού, κατοίκου ένταύθα όπερ άναγνωσθέν καί έπιβεβαιωθέν προσηκόντως ύπεγράφη νομίμως, τών Χαρ. Θωμοπούλου καί Βασιλείου Σ. Λώλου είπόντων ότι άγνοούν γραφείν.
                        Ύπογραφές
        Ό Συμβολ. Είρηνοδίκης
            Ί. Λιναρδάκης
(Έντέλλεται πρός πάντα μέν κλητήρα νά εκτελέση ζητηθέν τό παρόν συμβόλαιον πρός πάντας διά τού Είσαγγελέως νά ένεργήσωσιν τό καθ' αύτούς καί πρός άπαντας τούς Διοικητάς καί άλλους άξιωματικούς τής δημοσίου δυνάμεως νά δώσωσιν χείραν βοηθείας, όταν αύτό ζητηθώσι)
Περιελήφθη αύτόθι αύθημερόν
                 Ό Συμβ. Είρηνοδίκης Όλυμπίων
                          Ί. Λιναρδάκης

Έν Κριεκουκίω καί έν τή οίκία τού Ίω. Ζαφειρόπουλου τήν ένάτην Μαρτίου τού χιλιοστού όκτακοσιοστού έβδομηκοστού έκτου έτους ήμέραν Τρίτην ένώπιον έμού τού Συμβολ. Είρηνοδίκου Όλυμπίων Ί. Λιναρδάκη έδρεύοντος ένταύθα έμφανίσθη ό γνωστός μοι καί μή εξαιρετέος, Χαρ. Θωμόπουλος, κτίστης, κάτοικος Λαγκαδίων, ώμολόγησε παρουσία καί τών γνωστών μοι καί μή έξαιρουμένων μαρτύρων Βασ. Άναγνωστοπούλου, έμπόρου, κατοίκου ένταύθα και Λουκά Φραγκούλη, Δικαστικού κλητήρος κατοίκου Δούκα, ότι 'επληρώθη άπό τόν άνωτέρω Βασίλειον Σ. Λώλον τής διά τού παρόντος όφειλομένας αύτώ δραχ. τριακόσιας, όθεν γέγονεν ή παρούσα ήτις άναγνωσθείσα καί επιβεβαιωθείσα προσηκόντως ύπεγράφη νομίμως τού Χαρ. Θωμοπούλου είπών ότι άγνοεί γραφείν.

Β. Άναγνωστόπουλος    Λ. Φραγκούλης


Σημειώσεις-Βιβλιογραφία
(1), Χωριά κοντά στην Αρχαία Ολυμπία.
(2). Το σημερινό Πελόπιο.
(3). Τα στοιχεία χορηγήθησαν από τον Βασίλη Σιακωτό. Τον ευχαριστώ.
(4). Χωριό της Ηλείας, στο σημερινό δήμο Αρχαίας Ολυμπίας.

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Μονοπάτι Άγιος Πολύκαρπος - Βύθορο Αρτεμισίας - Ι.Μ. Βελανιδιάς Καλαμάτας


  Λέγεται ότι άρχισε να κατασκευάζεται την περίοδο της Α’ Ενετοκρατίας (Φραγκοκρατίας) στην Πελοπόννησο, μετά το χτίσιμο της καστροπολιτείας του Μυστρά, ακριβώς για να ενώσει τον Μυστρά με τις Καλάμαις (Καλαμάτα).
  Ήταν στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του λιθόστρωτο (καλντερίμι), με μάντρα στο μέρος του γκρεμού για στήριξή του (ξερολιθιά) και είχε πλάτος περίπου δύο μέτρα. Το μήκος του ήταν δέκα χιλιόμετρα, από τα οποία τα οκτώ περίπου ανήκουν στα όρια της Τοπικής Κοινότητας Αρτεμισίας (Τσερνίτσα), ενώ τα υπόλοιπα στα όρια της Δημοτικής Κοινότητας Καλαμάτας του δήμου Καλαμάτας.
   Ξεκινούσε από τη Βελανιδιά και κατέληγε στον Άγιο Πολύκαρπο. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο στο κεντρικό μονοπάτι που συνέχιζε μέχρι το Μυστρά, αλλά και σε αυτά που συνέδεαν τα πισινά χωριά μεταξύ τους δεν υπήρχε καλντερίμι. Με εξαίρεση βέβαια κάποια σημεία στα οποία υπήρχαν λάσπες. 
Από το Άγιο Πολύκαρπο μέχρι το γεφύρι της Ματζίνειας λειτουργεί τώρα σαν αγροτικός δρόμος, ο οποίος συνεχίζει προς τα χτήματα της ομώνυμης περιοχής και αφού κάνει ένα μεγάλο κύκλο καταλήγει εκατό περίπου μέτρα πριν το γεφύρι του Αγίου Γεωργίου Αλαγονίας.
Περνώντας πάνω από το γεφύρι της Ματζίνειας και ακολουθώντας το ημιονικό μονοπάτι μήκους περίπου ενάμιση χιλιομέτρου, βγαίνουμε στον αγροτικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο προς Αλαγονία και ακολουθώντας τον μετά από πεντακόσια μέτρα συναντάμε το εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Αρτεμισίας. Κάτω από το εκκλησάκι και πάνω από την απέναντι όχθη του Νέδοντα βρίσκεται ο νερόμυλος του Δημητρίου Γιαννόπουλου με το προσωνύμιο Ρεντίφης, ο γνωστός στην περιοχή μύλος του "Ρεντίφη". Ο μύλος του Ρεντίφη ανακατασκευάστηκε σχετικά πρόσφατα με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ημέρα της γιορτής της Μεταμόρφωσης ο ιδιοκτήτης, μετά τη λειτουργία, θέτει σε κίνηση το μύλο για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι. Εκτάκτως λειτουργεί μετά από συνεννόηση, κυρίως για λογαριασμό διαφόρων συλλόγων που τον επισκέπτονται.
Επισημαίνεται ότι ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα περνώντας μέσα από το χτήμα του Ρεντίφη και ακολουθώντας έναν παλιό ανηφορικό μονοπάτι μήκους 500 περίπου μέτρων να συναντήσει έναν αγροτικό χωματόδρομο και ακολουθώντας τον, μετά από ένα περίπου χιλιόμετρο,να βρεθεί στην Αρτεμισία.
Μονοπάτι Βελανιδιάς-Αγ. Πολυκάρπου. (Φωτο:  Ηλ. Λάζαρος)

   Αδιάβατο είναι το μονοπάτι που από το γεφύρι του Βυρού οδηγούσε στην Αρτεμισία , αφού έχει κλίσει από θάμνους, δέντρα και βάτα. Αν καθαριστεί, μετά από οχτακόσια περίπου μέτρα ανηφορικής πορείας, συναντάμε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο προς το μύλο του Ρεντίφη και την Αλαγονία. Ακολουθώντας τον δρόμο αυτόν μετά από ένα περίπου χιλιόμετρο συναντάμε το εκκλησάκι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Αρτεμισίας. Αν ακολουθήσουμε την παράκαμψη προς τα δεξιά αφού περάσουμε μέσα από τα ερείπια του παλιού οικισμού της Τσερνίτσας φτάνουμε στον νέο οικισμό, την σημερινή Αρτεμισία.
  Σκοπός της κατασκευής από  τους Φράγκους του ημιονικού αυτού δρόμου ήταν η δημιουργία ενός συγχρόνου για τα δεδομένα της εποχής δρόμου, που θα συνέδεε τις Καλάμαις (Καλαμάτα) με τον Μυστρά και αντιθέτως, προκειμένου να αντικαταστήσει τους παλιούς.
  Μέχρι τότε οι κάτοικοι της Καλαμάτας και του Μυστρά χρησιμοποιούσαν δύο δρόμους – μονοπάτια για τις διάφορες επαφές τους.
   Ο ένας στενός, σχετικά δύσβατος και μακρύτερος και για το λόγο τούτο ανενεργός, οδηγούσε στην Καλαμάτα και την αρχαία Μεσσήνη μέσω του ιερού της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος, στη θέση Βόλιμνος της ευρύτερης περιοχής της Ρογκοζονίτσας του χωριού Τσερνίτσα, σημερινής Αρτεμισίας.
Γεφύρι Αγίου Πολυκάρπου. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.
  Ο άλλος ήταν ο δρόμος του «Αετού» ή «Αέρα», που χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους της Καλαμάτας, Μυστρά αλλά και απ΄αυτούς των χωριών Λαδά, Καρβέλι, Τσερνίτσα, Μικρή Αναστάσοβα (Πηγές), Σίτσοβα (Αλαγονία) και Μεγάλη Αναστάσοβα (Νέδουσα). Περνούσε από τα Λαδοκάρβελα, ήταν πιο σύντομος από τον πρώτο και ειδικότερα όταν φόρτωναν τα προϊόντα τους στα ζώα και τα μετέφεραν από τα ορεινά κτήματά τους στην Καλαμάτα. Το όνομα Αετός δόθηκε επειδή το διάσελο πάνω από το χωριό Καρβέλι, στο βουνό «Πελενίτσα», μοιάζει με αετό που έχει ανοιγμένα τα φτερά του, ενώ Αέρας ονομαζόταν επειδή στο σημείο αυτό, που είναι ανοιχτό και βλέπει το Μεσσηνιακό κόλπο, φυσάει δυνατός αέρας. Ο δεύτερος αυτός δρόμος μπορεί να ήταν συντομότερος, σε σχέση με τον πρώτο, όμως μετά το Καρβέλι και συγκεκριμένα μετά τη θέση «Τίκλα» ή «Παλιόκαστρο» ήταν πολύ στενός και δύσβατος.
   Έτσι αποφασίστηκε η κατασκευή του νέου δρόμου – μονοπατιού που θα ένωνε Καλαμάτα και Μυστρά. (1)
Ηλίας Λάζαρος. Σμήναρχος(ΤΥΕ) ε.α. Φωτο: ΑΓΠ

  Ο Σμήναρχος (ΤΥΕ) ε.α. Ηλίας Αθανασίου Λάζαρος, ντόπιος από την Αρτεμισία (Τσερνίτσα) και ευρισκόμενοι απέναντι από τη θέση «Γκρεμισμένες Γυναίκες»(2), επί του καινούργιου δημοσίου δρόμου, μας λέει: «Απέναντί μας βλέπουμε το παλιό, πετρόχτιστο, περίτεχνο μονοπάτι, το οποίο οδηγούσε από τη βελανιδιά μέχρι το γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου. Πότε ακριβώς φτιάχτηκε το μονοπάτι δεν είμαστε σίγουροι. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες μας παραπέμπουν στην εποχή της Ενετοκρατίας και συγκεκριμένα  όταν δημιουργήθηκε η καστροπολιτεία του Μυστρά. Επειδή ο δρόμος ο οποίος συνέδεε την Καλαμάτα με τον Μυστρά, ο οποίος περνούσε από τα Λαδοκάρβελα ήταν δύσβατος, προσπάθησαν να φτιάξουν έναν καινούργιο δρόμο, αυτόν που βλέπουμε απέναντι. Όμως το έργο δεν ολοκληρώθηκε μετά την αποχώρηση των Φράγκων (Ενετών). 
Ο Πέτρος Δημάκης  στην διαθήκη του με αριθμό 1004/14-11-1854, η οποία συντάχτηκε στην Αθήνα, μεταξύ άλλων αναφέρει σχετικά με  τα χρήματα, τα οποία θα συγκεντρώνονταν από τα ενοίκια του  σπιτιού του το οποίο είχε δωρίσει στο Ελληνικό κράτος (Μονή Τιμίου Προδρόμου ή Μελε Τσερνίτσας), που βρισκόταν κοντά στο Σύνταγμα επί της οδού Ερμού και αργότερα στεγαζόταν το υπουργείο Παιδείας,όσα χρήματα περισσεύουν να χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του δρόμου από Καλαμάτα εις τον δήμο Αλαγωνίας και από κει μέχρι το Μυστρά (Σπάρτη). Κάποιοι με τη λέξη να κατασκευάζεται θεώρησαν ότι εννοεί τον δρόμο αυτόν εδώ (Εθνική οδό Καλαμάτας - Αρτεμισίας - Σπάρτης). Αυτό είναι λάθος διότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Προφανώς εννοούσε να ανακατασκευαστεί το υπάρχον μονοπάτι αλλά και το υπόλοιπο τμήμα του δρόμου από του Λαγού το χάνι προς Τσερνίτσα -  Λαγκάδα - Μυστράς, κατά κάποιν τρόπο ώστε να έχουν πρόσβαση σε αυτό και ιππήλατες άμαξες (κάρα), που ήταν τα μεταφορικά μέσα της εποχής εκείνης. 
Πιο ψηλά βλέπουμε έναν αγροτικό δρόμο. Ο δρόμος αυτός έχει χαραχτεί  στα ίχνη παλαιού δρόμου, ο οποίος οδηγούσε στο Ιερό της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος και εν συνεχεία στο χωριό Γαρδίκι και από κει στην αρχαία Μεσσήνη. Λέγεται ότι απ’ αυτό το δρόμο πέρασαν οι Σπαρτιάτες και έγινε η μάχη στη θέση του Βόλιμνου». 
Γεφύρι Βυρού. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
  Πρόκειται για τις πρώτες αψιμαχίες που έγιναν μεταξύ Μεσσηνίων και Σπαρτιατών κατά τη διάρκεια της επεκτατικής πολιτικής των δεύτερων προς τη Μεσσηνία, με επικεφαλής τον βασιλιά της Σπάρτης Τήλεκλο. Στην πρώτη αυτή επεκτατική φάση, ο Τήλεκλος από το γένος των Αγιαδών (το άλλο βασιλικό γένος  ήταν των Ευρυπωντιδών) εγκατέστησε Λάκωνες αποίκους στην κοιλάδα του Νέδοντα, με σκοπό να ελέγχει το πέρασμα προς τη Μεσσηνία. Δεν μπόρεσε όμως ο ίδιος να δώσει συνέχεια στο επεκτατικό πρόγραμμα της Σπάρτης γιατί κατά τη διάρκεια της κοινής γιορτής Μεσσηνίων και Σπαρτιατών  στο ναό της Λυμνάτιδος Αρτέμιδος, μια ομάδα Μεσσηνίων τον σκότωσε μαζί με τη συνοδεία του. Οι Σπαρτιάτες χρησιμοποίησαν αργότερα και αυτό το γεγονός σαν μια σπουδαία δικαιολογία για να καταλάβουν όλη την Μεσσηνιακή επικράτεια.
   Το μονοπάτι Αγίου Πολυκάρπου – Βύθορο – Καλαμάτα εξυπηρετούσε κυρίως τους κατοίκους των χωριών Μεγάλη Αναστάσοβα, Σίτσοβα, Μικρή Αναστάσοβα και Τσερνίτσα αλλά και τους αγωγιάτες από Δυρράχι Αρκαδίας, Καστανιά, Λογκανίκο και Βορδόνια Λακωνίας προς Καλαμάτα και αντιστρόφως μέχρι το 1935.
Γεφύρι Ματζίνειας. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.
  Στο μονοπάτι αυτό εκτός από το χάνι του Λαγού υπήρχαν και λειτουργούσαν και άλλα τρία χάνια της εποχής, ερείπια των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα και ήταν του Ψυχογιού, του Μέλιου και του Κλέρα.
   Επί του μονοπατιού από τον Άγιο Πολύκαρπο μέχρι τη Βελανιδιά τα παραπάνω χάνια κατείχαν την εξής θέση κατά σειρά:
   Πρώτο υπήρξε του Λαγού το χάνι, δίπλα στο γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου. Αρχικός ιδιοκτήτης του υπήρξε ο Ηλιόπουλος με το προσωνύμιο «Λαγός». Προτελευταίος ο Ηλιόπουλος με το προσωνύμιο «Τσιντός» και τελευταίος ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος με το προσωνύμιο «Τσιντάκος», γιός του προηγούμενου. Όλοι κατάγονταν από την Τσερνίτσα. Κατά την πρώτη φάση της διάνοιξης του αμαξιτού δρόμου Καλαμάτας – Αρτεμισίας – Σπάρτης το 1935, έγινε και η υφιστάμενη διακλάδωση μέχρι του Λαγού το Χάνι και το γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου, με σκοπό αργότερα να συνεχιστεί ο δρόμος μέχρι τη Νέδουσα. Αποτέλεσμα αυτού ήταν το χάνι να μετατραπεί, από τους κατοίκους της Νέδουσας, κυρίως σε αποθήκη διαμετακόμισης προϊόντων με αυτοκίνητα ή κάρα προς την Καλαμάτα και αντιστρόφως. Για την αντίστοιχη διακίνηση των προϊόντων των κατοίκων της Αλαγονίας και των Πηγών, επί του αμαξιτού δρόμου εκεί όπου υπάρχει σήμερα η παράκαμψη προς την Αλαγονία, δύο χιλιόμετρα περίπου πιο πάνω από την παράκαμψη προς Νέδουσα στην άκρη του εθνικού δρόμου, έγινε μια πρόχειρη αποθήκη από τον Γιαννουκάκη κάτοικο Αρτεμισίας. Το 1938 περίπου, ο δρόμος είχε φτάσει στο σταυροδρόμι εκεί που σήμερα υπάρχει η διακλάδωση προς Νιχώρι – Δυρράχι και το δασαρχείο ανέλαβε την διάνοιξη του δρόμου μέχρι το Νιχώρι. Το 1939 το έργο είχε κατασκευαστεί κατά το ήμισυ και ολοκληρώθηκε μετά το 1950. 
Λαδοκαρβελιώτικο γεφύρι.

Το γεγονός αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι αγωγιάτες και οι κάτοικοι από τα χωριά πίσω από το βουνό του Αγίου Παντελεήμονα Καστανιά, Βορδόνια, Νιχώρι, Δυρράχι κλπ να πάψουν να χρησιμοποιούν το μονοπάτι και αυτοί που είχαν τα χάνια να χάσουν αρκετούς από τους πελάτες τους. Το 1955 ολοκληρώθηκε η διάνοιξη του δρόμου Λαγού Χάνι – Νέδουσα, χωρίς ο εργολάβος που είχε αναλάβει το έργο να προκαλέσει ζημιές στο χάνι. Αυτό σήμανε και το τέλος της λειτουργίας για το εν λόγω χάνι. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης, θεωρώντας ότι το χάνι του ήταν άχρηστο, πούλησε τις πέτρες που ήταν χτισμένο σε κάποιον που είχε ασβεστοκάμινο και έτσι οι πέτρες από το ιστορικό χάνι του Λαγού έγιναν ασβέστης.
   Το χάνι Ψυχογιού βρισκόταν σε απόσταση τριών χιλιομέτρων περίπου απ’ αυτό του Λαγού, εντός των ορίων της Τσερνίτσας. Ο Ψυχογιός καταγόταν από την Αλαγονία (Σίτσοβα).
 
Το μονοπάτι Βελανιδιάς-Αγ. Πολυκάρπου. (Φωτο:ΑΓΠ)
   Το χάνι του Μέλιου ή Μελιού βρισκόταν εντός των ορίων της Αρτεμισίας, τέσσερα περίπου χιλιόμετρα μετά το χάνι Ψυχογιού και συγκεκριμένα στη βάση της αριστερής γωνίας του τραπεζοειδούς σχήματος που ορίζει την τοποθεσία «Γκρεμισμένες Γυναίκες». Ο Μέλιος καταγόταν από τη Μεγάλη Αναστάσοβα αλλά οι απόγονοί του εγκαταστάθηκανστη Σίτσοβα.
   Το χάνι του Κλέρα βρισκόταν εντός των ορίων του τέως δήμου Καλαμών, σημερινής δημοτικής ενότητας Καλαμάτας, σε απόσταση ενάμιση χιλιομέτρου από το χάνι του Μέλιου. Ο Κλέρας καταγόταν από την Καλαμάτα.
   Τα χάνια του Ψυχογιού, του Μέλιου και του Κλέρα λειτούργησαν περίπου μέχρι το 1935 και στη συνέχεια μετατράπηκαν σε μαντριά.
   Το μονοπάτι έχει ήπιες ανηφόρες και κατηφόρες και το ψηλότερο σημείο του είναι ένα χιλιόμετρο περίπου πριν φτάσουμε, με κατεύθυνση προς Καλαμάτα, στο χάνι του Μέλιου.
Από το αρχείο του Ηλία Λάζαρου
  Η περίτεχνη αυτή κατασκευή Καλαμάτας – Βελανιδιάς – Βύθορου – Τσερνίτσας – Αγίας Παρασκευής Τσερνίτσας – Προφήτης Ηλίας Μικρής Αναστάσοβας – Λαγκάδας – Μυστρά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Τελευταία έργα ήταν το χτίσιμο των πέτρινων γεφυριών του Αγίου Πολυκάρπου και  της Ματζίνειας στην περιοχή της Τσερνίτσας, του Παντελικού στην περιοχή  της Μεγάλης Αναστάσοβας και του Αγίου Γεωργίου στην περιοχή της Σίτσοβας τη δεκαετία του 1910, που ήταν κομμάτια του μονοπατιού και εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του κόσμου της περιοχής.
  Τη δεκαετία του 1920, είχε αρχίσει σιγά - σιγά να μπαίνει στη ζωή μας το αυτοκίνητο και η ολοκλήρωση του δρόμου – μονοπατιού εγκαταλείφτηκε γιατί ξεκίνησε η χάραξη – σχεδίαση και κατασκευή του αμαξιτού δρόμου Καλαμάτας – Αρτεμισίας – Σπάρτης, που διακόπηκε το 1940 και συνεχίστηκε το 1950.
  Το 1986 με τους καταστρεπτικούς σεισμούς στην Καλαμάτα το μονοπάτι υπέστη σοβαρότατες ζημιές στα τοιχία του.
  Το 1997-98 έγιναν διάφορες μικροεπισκευές με χρηματοδότηση 6-7 εκατομμυρίων δραχμών του Δασαρχείου Καλαμάτας. Το έργο είχε αναλάβει ο Αντώνης Μπαρσίνικας  από του Λαδά και οι επισκευές περιελάμβαναν την αποκατάσταση στις μάντρες του μονοπατιού,  που είχαν γκρεμιστεί από το σεισμό και όχι αυτές που είχαν καταρρεύσει πριν πολλά χρόνια στις σάρες, τον καθαρισμό του από τις πέτρες και το κόψιμο των δέντρων και των θάμνων.
Φαράγγι Νέδοντα. Θέση "Γκρεμισμένες Γυναίκες". Φωτο: ΑΓΠ

   Έκτοτε δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια συντήρησής του και το μονοπάτι έχει αφεθεί στην τύχη του και τις διαθέσεις του καιρού και της φύσης.
  Ιδού πεδίον δράσης λαμπρόν για τους τοπικούς πολιτιστικούς φορείς και κυρίως την τοπική αυτοδιοίκηση για την αποκατάσταση του παλιού και ιστορικού αυτού μονοπατιού και την απόδοσή του στις νεότερες γενιές αλώβητο και περήφανο.

Σημειώσεις – βιβλιογραφία
  (1). Oι επιπλέον πληροφορίες, πέραν των προφορικών, για το μονοπάτι (Χάνια, Νερόμυλοι, Επισκευές, Γκρεμισμένες Γυναίκες, σχόλια, κλπ)  παρασχέθηκαν από τον Σμήναρχο (ΤΥΕ) ε.α. Ηλία Αθανασίου Λάζαρο, από την Αρτεμισία (Τσερνίτσα). Τα στοιχεία αυτά και πολύ περισσότερα θα συμπεριφερθούν στο υπό έκδοση βιβλίο του «Πισινοχωρίτες Αγωνιστές 1821-1829», πολλά εκ των οποίων μετεφέρθησαν αυτούσια.  Τον ευχαριστώ.
 (2). Η τοποθεσία "Γκρεμισμένες Γυναίκες" βρίσκεται στο Ν.Δ. μέρος της περιοχής Αρτεμισίας και συγκεκριμένα είναι ο λόφος κάτω από την Ρογκοζωνίτσα και λίγο πιο πάνω από τη Στράκοβα στη δυτική πλευρά του ποταμού Νέδοντα, απέναντι από τον εθνικό δρόμο Καλαμάτας-Σπάρτης, στο 10ο χιλιόμετρο από την Καλαμάτα.
Στην περιοχή, την 28-05-1825 γυναίκες κυρίως από την Τσερνίτσα, εγκλωβίστηκαν από αποσπάσματα τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ και είτε σφάχτηκαν μαχόμενες είτε προτίμησαν τον ηρωϊκό θάνατο πέφτοντας στο χάος και τα βράχια. Τα γονικά και τα παιδιά τους τις πέρασαν στην αθανασία, ονομάζοντας την τοποθεσία αυτή "Γκρεμισμένες Γυναίκες".