Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Τα γεφύρια "του Μπαμπαλή" και "στο Μυλαύλακο" στο Πράσινο (Καρνέσι) Αρκαδίας


“...αναθεμάσε Μπαμπαλή, που πήρες τα παιδιά μας στην Αμερική...”


Τα δύο αυτά γεφύρια βρίσκονται στον Δαρέϊκο κάμπο, ανήκουν όμως στα γεωγραφικά όρια του χωριού Πράσινο (Καρνέσι).

Το γεφύρι “του Μπαμπαλή” βρίσκεται επί του Καρνεσέϊκου ποταμού, τον οποίο και γεφυρώνει, στον κάμπο προς τη μεριά του Πράσινου. Χτίστηκε το 1910 από λαγκαδινούς μαστόρους και είναι μονότοξο, μικρό αλλά όμορφο. Έχει στηθαία, η βάση του είναι καλντεριμωτή και βρίσκεται σε καλή κατάσταση.. Χτίστηκε με έξοδα του ντόπιου Παναγιώτη Μπαμπαλή.
Το γεφύρι του Μπαμπαλή. Έργο Λαγκαδινών μαστόρων. (Φωτο: ΑΓΠ)


Το Καρνεσέϊκο ποτάμι είναι παρακλάδι του Τράγου, πηγάζει από την περιοχή “Μάτι” ή “Παλιόπυργος”, όπως το λένε οι ντόπιοι. Ονομάστηκε η περιοχή έτσι γιατί επί τουρκοκρατίας εκεί υπήρχε μύλος και κάτι λίγα σπίτια. Έχει νερό χειμώνα-καλοκαίρι. Τα τελευταία όμως χρόνια στερεύει μερικές φορές. Πότιζαν απ' αυτό τα χωράφια τους 4 μέρες οι Καρνεσαίοι (γιατί είχαν και μύλο, που χρειαζόταν νερό για να δουλέψει) και 3 οι Δαραίοι. Χύνεται στον Τράγο και το σημείο που ενώνεται μ' αυτόν λέγεται “σμίξη”, στην περιοχή “Κάτω Μηλιανός”.

Ο Παναγιώτης Μπαμπαλής γεννήθηκε το 1852 στο Πράσινο και μετανάστευσε στην Αμερική, όπου απέκτησε περιουσία. Πήρε πολλά παιδιά από το χωριό κοντά του γι' αυτό οι μανάδες του χωριού τον “καταριόντουσαν” με τη φράση “αναθεμάσε Μπαμπαλή, που πήρες τα παιδιά μας στην Αμερική”.
"Του Μπαμπαλή" το γεφύρι. (Φωτο: ΑΓΠ)
Γύρισε και πήρε μέρος στον Α' παγκόσμιο πόλεμο και με δικά του λεφτά έχτισε το υδραγωγείο και το ομώνυμο γεφύρι στο χωριό του. Έζησε κοντά στον Αλεξ. Παπαναστασίου από το Λεβίδι και πέθανε “στην ψάθα” στην Αθήνα, όπου κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη το 1935.

Ο ντόπιος Παναγιώτης Καλτσάς μας αφηγείται:

...βρισκόμαστε στην τοποθεσία που το λέμε στου Μπαμπαλή το γεφύρι. Δυο λόγια για το Παναγιώτη Μπαμπαλή. Είναι Πρασινιώτης. Γεννήθηκε περί το 1850, πέθανε το 1935...πάμφτωχος...είναι ο ευεργέτης του χωριού μας, διότι εκτός απ' το γεφύρι που φέρει τ' όνομά του, πού 'τανε μεγάλο έργο για την εποχή του περί το 1910, που εξυπηρετούσε όλους τους κατοίκους όχι μόνο του χωριού μας αλλά και των διπλανών χωριών, διότι εκείνες τις εποχές τα νερά ήσανε πολλά και δεν μπορούσαν να περάσουν ούτε με τα ζώα ακόμα. 
Το γεφύρι αυτό πρέπει...να έγινε πρέπει...υπολογίζεται να έγινε το 1910 από μαστόρους λαγκαδινούς. Λίγα πράγματα για τον Παναγιώτη Μπαμπαλή. Έφυγε για την Αμερική περί το 1890 με '95 με άσχημες συνθήκες. Είναι ο πρώτος μετανάστης, όχι μόνο του χωριού μας, αλλά και της γύρω περιοχής στην Αμερική. Εκεί μέσα που έκαναν κάνα μήνα για να φτάσουν στην Αμερική...ξεκίνησε, λέγεται, από την Πάτρα με το πλοίο “Πατρίς”...έφτασε στην Αμερική και μέσα σε δύο μήνες στέλνει και 100 δολάρια στους συγγενείς...και λέγει ότι εδώ το μεροκάματο είναι πολύ καλλίτερο από το μεροκάματο που πήγαιναν τότε οι κάτοικοι στην Αμαλιάδα...από ήλιο σε ήλιο...δηλαδή 12 ώρες και...κι έπαιρναν δύο δραχμές. Εκεί οχτάωρο κι έπαιρναν εφτά δραχμές, δηλαδή τετραπλάσιο περίπου και παραπάνω. Λέγεται, ότι είχε και το γιο του το Βασίλη και πήγε να δει κάποιον πατριώτη μας σε νοσοκομείο και τούμπαρε ο σιδηροδρομικός...το μέσο που πήγαινε και σκοτώθηκαν αρκετοί, μεταξύ των οποίων και ο γιος του, ο μονάκριβός του Βασίλης και από τότε άρχισε να ευεργετεί περισσότερο το χωριό. Έφτιαξε μια βρύση που λέμε “τα Αχούρια”,, τη μεταφορά του νερού από της βάνας το νερό στο χωριό μας, τον γυναικωνίτη στην εκκλησία και άλλα πολλά. Αυτό το ποτάμι το λέμε Καρνεσέϊκο ποτάμι και πηγαίνει και ανταμώνει με το άλλο, που το λέμε Νταρέϊκο ποτάμι και λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω σμίγουν και όλα μαζί, το Νταρέϊκο και το Καρνεσέϊκο, το λέμε Τράγος ποταμός...χύνεται στο Λάδωνα μαζί με άλλα ποτάμια που έρχονται από το Χελμό, δημιουργούνε τη λίμνη του Λάδωνα με τα γνωστά έργα...οι γυναίκες του χωριού μας και της γύρω περιοχής είχανε αγανακτήσει που οι άνδρες και τα παιδιά τους έφυγαν για την Αμερική έλεγαν ακόμα και σε νεότερες εποχές ανάθεμα στον Μπαμπαλή που βρήκε αυτή την τρύπα... ομορφότερα ανάθεμα στον Μπαμπαλή που βρήκε στην Αμερική...διότι περιμένανε τους άντρες τους για να γυρίσουν...και τα παιδιά τους...αρκετοί απ' αυτούς παρέμειναν μόνιμοι στην Αμερική και γι' αυτό δικαιολογημένα είχαν την αγανάκτηση αυτή για τον ευεργέτη Παναγιώτη Μπαμπαλή”.
Παναγιώτης Σκαλτσάς, από το Καρνέσι. (Φωτο: ΑΓΠ)

Το γεφύρι “στο Μυλαύλακο” είναι μονότοξο, μικρό σχετικά και βρίσκεται και αυτό στον Δαρέϊκο κάμπο, προς τη μεριά του Πράσινου. Η βάση του είναι καλυμμένη με άσφαλτο και είναι παλαιότερο από εκείνο του “Μπαμπαλή”, γιατί τροφοδοτούσε με νερό το μύλο πιο κάτω, που λειτουργούσε επί τουρκοκρατίας. Χτίστηκε, κατά πάσα πιθανότητα, από λαγκαδινούς μαστόρους και βρίσκεται σε γεωργικό δρόμο εξυπηρετώντας τους ντόπιους στις αγροτικές τους εργασίες. Ο παραπάνω μύλος ανήκε επί τουρκοκρατίας στον οπλαρχηγό Νικόλαο Ταμπακόπουλο, που σκοτώθηκε στα Τρίκορφα της Κορινθίας το 1826. Κατόπιν περιήλθε σε κάποιον Καρβούνη (μύλος Καρβούνη). Ήλθε ύστερα στα χέρια κάποιου Θλιβέρη και μετά τον αγόρασαν οι Καρνεσαίοι σε διάφορα μερίδια. Ένα αγόρασε ο Αθανάσιος Νικολόπουλος (Καραθανάσης), που το 1866 αναφέρεται στους εκλογικούς καταλόγους σαν “μυλωθρός”, δηλαδή μυλωνάς και ήταν γαμπρός από το Αγρίδι, ένα ο Σμυρνής Κων/νος (Τούντας) που ήταν στην Αμερική, ένα ο Γεώργιος Κατσιμαλής (Γαλάνης) και διάφοροι άλλοι. Το μυλαύλακο έχει τις πηγές του στην περιοχή “Μάτι” ή “Παλιόπυργος” και χύνεται στο Καρνεσέϊκο ποτάμι.
Γεφύρι "στο Μυλαύλακο". (Φωτο: ΑΓΠ)


Ο Παναγιώτης Καλτσάς μας λέει για το γεφύρι αυτό:

...βρισκόμαστε στο μυλαύλακο σ' ένα γεφύρι, που υπολογίζουμε ότι είναι παλαιότερο από το γεφύρι του Μπαμπαλή γιατί...γιατί εξυπηρετούσε το μύλο...πού 'τανε πολύ παλαιός ο μύλος, επί τουρκοκρατίας. Το νερό που βλέπουμε πηγάζει από την περιοχή που το λέμε “Παλιόπυργος” και εκεί είναι μια πηγή που το νερό δίνεται 4 μέρες στους Καρνεσαίους...έτσι λέγανε το χωριό μας παλιά μέχρι το 1927βκαι μετά ονομάστηκε Πράσινο...και 3 μέρες το παίρνανε οι Δαραίοι. Αυτό το νερό οδηγείται στο μύλο...από ποιους χτίστηκε δεν γνωρίζουμε. Πρέπει όμως να είναι από λαγκαδινούς και να είναι πολύ παλαιότερο από το γεφύρι του Μπαμπαλή διότι εξυπηρετούσε ανάγκες του μύλου, που ο μύλος ήτανε επί τουρκοκρατίας”.



Δείτε το σχετικό video στο www.youtube.com/agpelop

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Γέφυρα Αλαμάνας


Πρόκειται για την ονομαστή γέφυρα στον ποταμό Σπερχειό της Φθιώτιδας, τρία χιλιόμετρα ανατολικά των Θερμοπυλών και δέκα δυτικά της Λαμίας (Ζητούνι κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας), δίπλα στον νέο εθνικό δρόμο και την καινούργια γέφυρα, στο σημείο που τώρα υπάρχει η προτομή του Αθανασίου Διάκου.
Γεωγραφική θέση Αλαμάνας

Φαίνεται ότι χτίστηκε επί τουρκοκρατίας, την έκτη δεκαετία του 17ου αιώνα. Στην αρχή ονομαζόταν γέφυρα Ελλάδας, λόγω της ομώνυμης παλιάς ονομασίας του Σπερχειού ποταμού, από τον 14ο ήδη αιώνα. Πολύ αργότερα, στα τέλη του 18ου αιώνα ονομάστηκε γεφύρι της Αλαμάνας, λόγω και της ονομασίας έτσι του τελευταίου τμήματος του ποταμού προς τις εκβολές του στο Μαλιακό κόλπο, πιθανόν από το χωριό Αλαμάνα, που υπήρχε εκεί κοντά κατοικούμενο από κολίγους και καταστράφηκε κατά την Ελληνική επανάσταση. Το χωριό, κατά τον Edward Dodwell,βρισκόταν σε απόσταση μιάμισης ώρας από το Ζητούνι (1) και όπως αναφέρει ο φιλικός Περαιβός...η δε Αλαμάνα χωρίον ην μικρόν, του οποίου τους κατοίκους κατέσφαξαν οι Τούρκοι κατ' αρχάς της επαναστάσεως”. (2)
Πίνακας Γιάννας Ξέρα. Το γεφύρι και η μάχη της Αλαμάνας

Οι πηγές του Σπερχειού (Αλαμάνα ή Ελλάδα ή Αγριομέλας)βρίσκονται στον Τυμφρηστό, σε υψόμετρο 2.300 μέτρων, εκβάλλει στον Μαλιακό κόλπο τον οποίο έχει επεκτείνει σε βάρος της θάλασσας, ενώ το συνολικό του μήκος φτάνει τα 82 χιλιόμετρα. Με σπουδαιότερους παραποτάμους του την Βίστριζα (ο αρχαίος Ίναχος), τον Γοργοπόταμο (ο αρχαίος Δύρας), το Μαυρονέρι (ο αρχαίος Μέλας) και τον Ασωπό (παλιότερη ονομασία Καρβουναριά), διασχίζει τη Φθιώτιδα έχοντας δημιουργήσει με τις προσχώσεις του μεγάλη πεδιάδα στις εκβολές του. Ο Ρήγας ο Βελεστινλής τον ονομάζει “Σπερχειός – Ελλάδα” και “Δυράς – Αλαμάνα”. (3)
Από που όμως προέρχεται το όνομα του Σπερχειού σαν ¨Ελλάδα;" Γι' αυτό θα πρέπει να ανατρέξουμε στην μυθολογία και την ιστορία. Από την περιοχή αυτή προέρχονταν οι αρχαίοι "Έλληνες" της Αχαϊκής εποχής, οι Μυρμιδόνες του Πηλέα και του Αχιλλέα, αφού είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι τα όρια της "Ελλάδας" των Αχαιών καταλάμβαναν την κοιλάδα του Σπερχειού και οι "Έλληνες" ακολούθησαν τον Αχιλλέα στην Τροία. Οι Αιακίδες Πηλέας και Αχιλλέας (γραμμική Β' a-ki-re-u, Αχιλλέας) θεωρούσαν πατρίδα τους τη χώρα που τη διαρρέει το ποτάμι, δηλαδή την κοιλάδα του Σπερχειού, την "Έλλάδα". Δεν πρέπει να μας διαφεύγει άλλωστε, ότι μέχρι και τον 14ο μ.χ αιώνα επί βυζαντίου, το εθνικό όνομα Ελλάς είχε ξεχαστεί και μόνο η περιοχή της Φθιώτιδας κοντά στη Λαμία ονομαζόταν Ελλάδα ενώ οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας λεγόντουσαν Ελλαδικοί ή Κατωτικοί ( από τις κάτω περιοχές). Εξού και μέχρι πρόσφατα ο Σπερχειός ονομαζόταν "Ελλάδα"  και το γεφύρι, γεφύρι του ομώνυμου ποταμού. 
   Το όνομα αυτό το συναντάμε και στον Θ ρ ή ν ο   τ η ς   Π ό λ η ς  πού λέει πως αν οργανωθεί εκστρατεία για την ανάκτησή της θα πάρουν μέρος και:
"Τα Τρίκκαλα με την Βλαχιάν, Λάρισα και Φανάρι
τα Φάρσαλα, ο Δομοκός, Ζητούνι, Λεβαδία,
το να ιδούσι τον σταυρόν στην ώραν προσκυνούσι,
Ε λ λ ά δ α,  Πάτρα, άγραφα, Βελούχι και Πρωτόλιο,
Αθήνα, Θήβα, Μέγαρα, Σάλωνα, τ' άλλα όλα".
Η γέφυρα έμεινε γνωστή στο Πανελλήνιο για την ομώνυμη μάχη του Αθανασίου Διάκου και των συντρόφων του με τους Τούρκους του Ομέρ Βρυώνη στις 22/04/1821, στην προσπάθεια του ήρωα να αναχαιτίσει την κάθοδο των τούρκικων ασκεριών στην Πελοπόννησο και την κατάπνιξη της επανάστασης. Κατά το χρονικό της μάχης ο Διάκος είχε τοποθετήσει 200 άνδρες με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Μπακογιάννη και Καλύβα πάνω στη γέφυρα ενώ ο ίδιος μαζί με 300 συμπολεμιστές του είχε πιάσει τη θέση “Ποριά”, απ' όπου με αντεπιθέσεις ανακούφιζε αυτούς που υπερασπιζόντουσαν την γέφυρα. Το αποτέλεσμα της μάχης της Αλαμάνας είναι γνωστό. Η τελική πράξη αυτής της μάχης γράφτηκε στη Λαμία, με τον μαρτυρικό θάνατο του Διάκου.
   Από τη γέφυρα της Αλαμάνας πέρασε στις 29 Ιουνίου η στρατιά του Δράμαλη χωρίς εμπόδια, στην προσπάθεια του σουλτάνου να καταπνίξει την επανάσταση στο Μοριά και εισέβαλε στη Βοιωτία, όπου πυρπόλησε τη Θήβα.
Η αιχμαλωσία του ήρωα

Γεφύρωνε τις δύο όχθες του Σπερχειού, που έχει νερό όλο το χρόνο, ενώ κατά την φθινοπωρινή και την χειμωνιάτικη περίοδο τα “κατεβάσματά” του είναι και μεγάλα και επικίνδυνα. Συνέδεε τη Βοιωτία και τη Λοκρίδα με την περιοχή της Λαμίας, την υπόλοιπη Φθιώτιδα και τη Θεσσαλία και ήταν σημαντικότατο πέρασμα για την εποχή εκείνη.
Από γκραβούρες, λιθογραφίες, χαλκογραφίες της εποχής και μεταγενέστερες φωτογραφίες των αρχών του 20ου αιώνα, αντιλαμβανόμαστε ότι ήταν ένα σπουδαίο, όμορφο και χρήσιμο για την περιοχή γεφύρι, με ανισόπεδο οδόστρωμα, στηθαία, πρόβολους και τα ακρόβαθρα του οποίου πατούσαν πάνω σε σαθρό έδαφος. Δίπλα του υπήρχε και λειτουργούσε χάνι της εποχής για τους ταξιδιώτες και τους οδοιπόρους, γνωστό ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια. Πρόκειται για το χάνι που πρωτοοχυρώθηκε και χρησιμοποίησε ο Διάκος και οι σύντροφοί του.
Υπήρξε ένα φημισμένο και χιλιοτραγουδισμένο πέτρινο γεφύρι με τέσσερα άνισα τόξα και ισάριθμα θολωτά ανακουφιστικά παράθυρα, με κάθετα τα πλαϊνά τους, το οποίο ακουμπούσε σε τρία μεσόβαθρα.
Καταστράφηκε, προφανώς από ένα δυνατό κατέβασμα του Σπερχειού, στις αρχές του 20ού αιώνα και ίσως μετά το 1909, χωρίς σήμερα να υπάρχουν καθόλου ίχνη του.
Το γεφύρι. Χαλκογραφία Pomardi 1805

Ένα πρώτο δείγμα του πως ήταν η γέφυρα στην αρχική της μορφή, μας δίνει ο Ιταλός περιηγητής Simone Pomardi, σε μια χαλκογραφία του του 1805 (4). στη χαλκογραφία αυτή παρουσιάζεται η γέφυρα με υπερυψωμένο οδόστρωμα, στηθαία, τέσσερις άνισες καμάρες και τέσσερα ανακουφιστικά ανοίγματα, τοξωτά με κάθετα τα πλαϊνά τους.
Προφανώς, αργότερα έγιναν διάφορες επισκευές και ανακαινίσεις, που φαίνονται σε υδατογραφία του Σκωτσέζου James Skene (5) και σε λιθογραφία του Γάλλου Etιenne Rey (6).

Υδατογραφία J. Skene 1838 (αριστερά) και λιθογραφία Rey 1843 (δεξιά)
Στα έργα των δύο παραπάνω φαίνονται οι διαφορές με τη χαλκογραφία του Pomardi του 1805, κυρίως στις δυο ακριανές καμάρες και το οδόστρωμα. Είναι πολύ πιθανό ότι στα χρόνια μετά το 1805 μέχρι το 1838 οι δύο ακριανές καμάρες να έπαθαν ζημιές από τα κατεβάσματα του ποταμού ή κάποια άλλη αιτία και χρειάστηκε να ξαναγίνουν, χωρίς να αλλοιωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό η αρχική μορφή της γέφυρας.(7) Ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης μετά τη νίκη των Ελλήνων στα Βασιλικά στις 22 Αυγούστου του 1821, με τους γέρο-Διοβουνιώτη, Γκούρα και Πανουριά αναφέρει ότι “...έπειτα από τούτο τον όλεθρο οι Τούρκοι γυρνάνε στη Λαμία κ' είναι τόσος ο φόβος τους που χαλάνε το γεφύρι του Σπερχειού μην περάσουν οι Έλληνες και τους κυνηγήσουν”. Μάλλον πρόκειται για αυτές ακριβώς τις ζημιές, που προξενήθηκαν στις δυο ακριανές καμάρες, που εξηγούν και τις διαφορές της υδατογραφίας του Σκωτσέζου Skene και της λιθογραφίας του Γάλλου Rey με την χαλκογραφία του Ponardi του 1805. (8)
Από φωτογραφίες των αρχών του 20ού αιώνα βλέπουμε τη γέφυρα με γκρεμισμένη την κεντρική καμάρα, με μια σιδερένια κατασκευή να ενώνει το κέντρο της και στερεωμένη πάνω στα δυο μεσόβαθρα. Η ζημιά πρέπει να έγινε στα τέλη του 19ου ή στις αρχές του 20ού αιώνα, ίσως λίγο μετά το 1909, από κάποιο δυνατό κατέβασμα του Σπερχειού και χρειάστηκε να γίνει η ακαλαίσθητη αυτή παρέμβαση.
Φωτογραφία αρχών 20ού αιώνα

Ο τρόπος κατασκευής της μοιάζει με αυτόν της Οθωμανικής τεχνικής και η τεχνοτροπία δεν διαφέρει και πολύ απ' αυτήν του γεφυριού της Άρτας, που ως γνωστόν η κατασκευή της ανάγεται στο διάστημα 1606-1612.
Υπάρχει η ίδια τεχνική και για τις δυο γέφυρες, που έχουν κεκλιμένο οδόστρωμα, ανακουφιστικά ανοίγματα με κάποιες διαφορές και μεγάλη διαφορά μεγέθους.
Το μήκος της γέφυρας υπολογίζεται στα 40 μέτρα (περίπου το 1/3 αυτού της Άρτας) λόγω και του μήκους της κοίτης του Σπερχειού σε σχέση με τον Άραχθο. Η κοίτη του Σπερχειού ήταν αρκετά μικρότερη, περίπου στο μισό του μήκους της γέφυρας, πράγμα που φαίνεται και στις χαλκογραφίες και υδατογραφίες της εποχής.
Φωτογραφία αρχών 20ού αιώνα

Κατά τον περιηγητή R.P. Dreux, που αναφέρεται στο γεφύρι “της Ελλάδας”, το γεφύρι φαίνεται να χτίστηκε με προσπάθειες και ίσως έξοδα της Ταρχάν, μητέρας του σουλτάνου Μωάμεθ Δ', που ανέβηκε στην κορυφή της εξουσίας του Οθωμανικού κράτους το 1648.
Κατά τον Κώστα Παπαχρίστου ...ο χρόνος κατασκευής προσδιορίζεται στη δεκαετία του 1659-1669. Στο χρονικό αυτό προσδιορισμό μας οδηγούν οι μαρτυρίες του Γάλλου μοναχού Robert de Dreux, που με την ιδιότητα του συνοδού-εξομολογητή ακολούθησε τον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη κατά την περιήγησή του στην Τουρκία και στην Ελλάδα στα χρόνια 1665-1669, και του δημοτικού τραγουδιού για τη γέφυρα, που το δημοσίευσε στα 1859 ο Α. Ιατρίδης με το τίτλο Η στοιχειωμένη γυνή μετά των δύο αυτής αδελφών και το χαρακτηριστικό τραγούδιον του χορού Παλαιόν”. (9)
Πινακας Παν. Ζωγράφου με την καθοδήγηση Μακρυγιάννη

Το τραγούδι αυτό της Φθιώτιδας, που είναι μια παραλλαγή αυτού της Άρτας, αρκετά όμως μικρότερο, λέει:
Χίλιοι τρακόσιοι μάστοροι, κ' εξήντα μαθητούδια

Καμάραν εστεριώνανε, γεφύρι 'ς την Ελλάδα.

Ολημερίς εκτίζανε, την νύκτα κρεμνιζέταν.

Πουλάκ' υπήγ' εκάθησεν, επάνω 'ς την καμάρα.

Δεν εκελάοιδει 'σαν πουλί, δεν 'λάλει 'σαν αηδόνι

Μόνον λαλούσε κ' έλεγεν, ανθρώπιν' ομιλία.

- Αν δεν στοιχειώσητ' άνθρωπο, καμάρα δεν στεργιώνει.

Να μη στοιχειώσητ' ορφανόν, μη ξένον, μη διαβάτην.

Μόνον του πρωτομάστορα, του πρώτου τη γυναίκα.

Δύο καλφάδες έστειλε, κ' εις την κυρά τους 'πάγουν. 
Σήκω κυρά μαστόρισσα, σε θέλ' ο μαστοράς μας!
Πέτ' αν με θέλει για καλό, να στολισθώ να 'πάγω.
Πέτ' αν με θέλει για κακό, να έρθω καθώς είμαι.
Μηδέ καλό μηδέ κακό, μόν' έλα καθώς είσαι.
Εγώ το ξέρ' η άμοιρη, εγώ το ξεύρ' η δόλια.
Τρεις αδελφούλαις είμασταν, ταις τρείς στοιχειά μας 'βάλαν.

Την μια 'βάλαν 'ς τον Τούρναβο (10), την άλλη 'ς του Μανώλη (11),

Κ' εμένα την βαρυόμοιρη 'ς τη γυριστή καμάρα.

Καθώς τρέμ' η καρδούλα μου να τρέμη το γεφύρι.

Καθώς τρέχουν τα δάκρυα μου, να πέφτουν οι διαβάταις. (12)
Ο Διάκος και το γεφύρι. Έργο Θεόφιλου

Ο Κώστας Παπαχρίστου, θεωρεί ότι οι στίχοι 16, 17 και 18 μαζί με τις μαρτυρίες του R. De Dreux αποδεικνύουν ότι το γεφύρι πρέπει να χτίστηκε μεταξύ 1659 και 1669. Και αυτό, γιατί αφού το γεφύρι του Μανώλη χτίστηκε το 1659 από το Μαστρο-Μανώλη, το γεφύρι της Ελλάδας δεν μπορεί να ήταν χτισμένο παλιότερα απ' αυτό. Και συνεχίζει: ...εκτός αν δεχτεί κανείς ότι το τραγούδι για τη γέφυρα δεν είναι σύγχρονο της κατασκευής, μα σχηματίστηκε αργότερα, όταν είχε διαδοθεί πια ο μύθος για τη γέφυρα του Μανώλη. Άλλ' όμως θα ήταν ξένο στην ψυχολογία του λαού και ασύμφωνο με τη γενική αρχή της δημιουργίας τραγουδιών για θεμελιώσεις χτισμάτων να σχηματιστεί ένα τραγούδι και να επικρατήσει σε κάποια περιοχή, ή και πιο πέρα, σε χρόνο μεταγενέστερο από το πραγματικό περιστατικό, στο οποίο αναφέρεται...Για το λόγο αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε ότι το γεφύρι στην Ελλάδα θεμελιώθηκε μετά το 1659, και οπωσδήποτε πριν το 1669, δηλαδή πριν από το χρόνο που καθορίζεται με τη μαρτυρία του R. De Dreux”. (13)
Γραβούρα του 1805

Υπάρχει και μια άλλη παραλλαγή του παραπάνω τραγουδιού που λέει: “Χίλιοι τρακόσιοι μάστοροι και εξήντα μαθητούδια
καμάρα εστεργιώνανε , γιοφύρι στην Ελλάδα.
Όλη μερούλα χτένανε, το βράδυ γκρεμιζόταν.
Πουλάκι πήγε κι έκατσε δεξι' από το γεφύρι
δεν ελαλούσε για πουλί, σαν αηδονάκι που ήταν,
μον' ελαλούσε κι έλεγε μ' ανθρώπινη λαλίτσα:
~ Μαστόροι μ', τι παιδεύεστε και τι χασομεράτε;
Α δε στοιχειώσετ' άνθρωπο, καμάρα δε στερειώνει.
Κι όχ' άνθρωπο κι ό,τ' άνθρωπο, του Γιώργη τη γυναίκα...”
Επιπλέον, τραγουδιόταν και άλλο δημοτικό τραγούδι, όπου η κόρη που χτίζεται στα θεμέλια του γεφυριού, προκειμένου να στεριώσει το γεφύρι μοιρολογά:
...Αλιά, σε μας τις άμοιρες, τις κακομοιρωμένες...
Τρεις αδερφάδες ήμασταν κι οι τρεις κακογραμμένες:
Η μια 'χτισε στο Χιλιατσό κι η άλλη στην Ελλάδα,
κι 'γω η πιο βαριόμοιρη, στης Πάτρας την καμάρα...” 

Φωτογραφία των αρχών του 20ού αιώνα. (Πηγή: Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη)
Υπάρχουν και μαρτυρίες και άλλων Ελλήνων και ξένων περιηγητών και οδοιπόρων, που αναφέρονται στο γεφύρι της Ελλάδας ή της Αλαμάνας.
Ο οδοιπόρος Αργύρης Φιλιππίδης πέρασε από την περιοχή στα τέλη του 18ου, αρχές 19ου αιώνα και έγραψε: “... εβγαίνοντας από τον Μόλον, εξέρχεσαι ολίγον, αφήνεις δεξιά σου τον κάμπον και αριστερά σου το βουνόν, και έρχεσαι ώρες 3 όλον, εις τα πρόποδα του άγριου βουνού, ευρίσκεις το γεφύρι της Ελλάδος. Ούτως καλείται ο ποταμός αυτός Ελλάς. Δεξιά δε, πριν έλθης εις το γεφύρι, βλέπεις μια πρασινάδα, μια θέα καλή. Μα τι όφελος, όλα αυτά τα δένδρα και ραγάζια. Το καλοκαίρι εδώ μέσα είναι ένας πόρος και περνούν ογρηγορότερα οι διαβάται. Κοντά εις το γεφύρι είναι η Αλαμάνα. Χωρίον με 30 σπίτια κολλήγων...”
Η Αλαμάνα και ο Διάκος. Έργο Δημ. Κολτσίδα

Επίσης ο Γ. Α. Περδιγκάρης, περνώντας από την περιοχή το 1844, αναφέρει ότι: “...από τη Λαμία μέχρι τη γέφυρα της Αλαμάνας, τη χαμηλότερη γέφυρα του Σπερχειού, η απόσταση ήταν μικρή, μόνο μιάμιση ώρα...στην άλλη πλευρά της γέφυρας, της οποίας οι καμάρες της προσδίδουν μια πολλή όμορφη άποψη, και 200 γιάρδες προς τα νότια, βρίσκονται οι βραχώδεις προεξοχές της Οίτης και το διάστημα μεταξύ αυτών και του Σπερχειού είναι δύσκολο να το περάσει κανείς, εξαιτίας του άφθονου νερού μιας θερμής πηγής, που αναβλύζει από τη βάση του βουνού και χύνεται στο Σπερχειό, λίγο πιο κάτω από τη γέφυρα”.
Ο J. A. Buchon, που πέρασε από εκεί το 1840-42 αναφέρει ότι: “...ο δρόμος μέχρι τη Λαμία είναι πολύ μονότονος, με θερμές πηγές παντού. Η πέτρινη γέφυρα της Αλαμάνας στο Σπερχειό, καταλήγει σε κάτι άθλια μονοπάτια που οδηγούν αργά, ανάμεσα από τους βάλτους στο Ζητούνι, την αρχαία Λαμία...”
Με την ευκαιρία της ύμνησης της μάχης της Αλαμάνας και τον ηρωικό θάνατο του Αθ. Διάκου, πολλοί Έλληνες λογοτέχνες και ποιητές μας ανέφεραν και το θρυλικό γεφύρι της Αλαμάνας.
Το Χάνι και η γέφυρα. Γκραβούρα του 1834 με τους Βαυαρούς

Ο Κωστής Παλαμάς (1859-1943), ο μεγάλος μας αυτός ποιητής, είπε:
Στης Αλαμάνας η Κλειώ το θρυλικό γεφύρι
τη δάφνη την αμάραντη κατέβηκε να σπείρει
κι η Ελευθερία, που τ' άστρο της ανέσπερο στην πλάση,
το Λεωνίδα ανάστησε στο Διάκο το Θανάση.”
Ο λυρικός ποιητής Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894), επίσης έγραψε:
...αυτό το γιαταγάνι μου κι αυτό το τσακισμένο τουφέκι μου
θα μαρτυρούν πάντα το θάνατό μου, το θάνατό μου το σκληρό
και το μαρτύριό μου, μεσ' τ' Αλαμανογέφυρο, το τόσο δοξασμένο...”
Ο λογοτέχνης Ζήσης Πρωτόπαπας, αναφέρει:
Γραικός γεννήθηκες, Γραικός θε να πεθάνεις,
Θανάση Διάκο στου μαρτυρίου σου
το δρόμο, ως ξεδίπλωσες
τη ματωμένη σημαία του Εικοσιένα,
τη θυσία Σου,
έσπειρες
με το σπαθί, που σούμεινε
στης Αλαμάνας το τρανό γεφύρι...”
Από το βραβευμένο με Α' βραβείο από την Ελληνική Εταιρεία Χριστιανικών Γραμμάτων έργο του Γιάννη Αν. Σαντάρμη (1994), διαβάζουμε:
...ο Λεωνίδας απ' τη μια κι ο Διάκος απ' την άλλη,
στις Θερμοπύλες παλαιικά, στην Αλαμάνα πάλι,
γείρανε και της Λευτεριάς, ατίμητο στολίδι,
στο δάχτυλο διπλόπετρο φόρεσαν δαχτυλίδι”.

Ο συγγραφέας και λογοτέχνης Θεμ. Αθανασιάδης-Νόβας αναφέρει:
...Αλαμάνα σημαίνει Αθανάσιος Διάκος...θα ήταν αφύσικο να νικήσουν στην Αλαμάνα οι Έλληνες. Ήταν ανάγκη να θυσιαστούν...”
Καρτ ποστάλ με το γεφύρι της Αλαμάνας
Η μνήμη της μάχης του γεφυριού της Αλαμάνας, μια από τις κορυφαίες στιγμές του εθνικοαπελευθερωτικού και κοινωνικού αγώνα του Ελληνισμού, έχει βαθύτατα συγκινήσει και εμπνεύσει και τη δημοτική μας ποίηση, πέρασε στο δημοτικό τραγούδι, που με στίχους γλυκούς και ολοζώντανους τραγούδησε την αυτοθυσία και τον ηρωισμό του Διάκου (Αθανάσιος Μασαβέτας, 1788-1821) και έγινε κτήμα του απλού λαού.
Γνωστά είναι κάμποσα δημοτικά τραγούδια με τις παραλλαγές τους από περιοχή σε περιοχή, που με βάση την αυτοθυσία και τη θυσία του ήρωα καταγράφουν και το θρυλικό γεφύρι της Αλαμάνας. Το πιο γνωστό είναι:
..........
Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια,
δώστους μπαρούτι περισσή και βόλια με τις χούφτες
γλήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα
όπου ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια.
Επήραν τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια
Στην Αλαμάναν έφτασαν κι' έπιασαν τα ταμπούρια
«Καρδιά, παιδιά μου» φώναξε «παιδιά μη φοβηθήτε»
ανδρείοι ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!
..........”
Ο λαϊκός ερμηνευτής δημοτικών τραγουδιών, επονομαζόμενος “το αηδόνι της Ρούμελης” Βασίλης Κολοβός, δάσκαλος στο επάγγελμα και γνήσιος Ρουμελιώτης στην καταγωγή, γνώστης των λαϊκών παραδόσεων και τραγουδιών του τόπου του, πρόθυμα και ευγενικά μας παρέδωσε δύο δημοτικά ρουμελιώτικα τραγούδια με θέμα τα πέτρινα γεφύρια. Το ένα αναφέρεται στον Μάρκο Μπότσαρη και τη διαδρομή από το Βάλτο για το Καρπενήσι με το πέρασμα τριών θρυλικών γεφυριών και το άλλο στην Αλαμάνα και τον Αθανάσιο Διάκο.(14) Τα παραθέτουμε όπως ακριβώς, με ιδιόχειρη αφιέρωση, μας τα κατέγραψε: 
 
(15)
Βασίλης Κολοβός

Υπάρχει και μια άλλη παραλλαγή του τραγουδιού, που αναφέρεται στο Διάκο και το γεφύρι της Αλαμάνας και που με τρόπο λίγο επιθετικό, λίγο επιτιμητικό ρωτάει (προφανώς τον Οδυσσέα Ανδρούτσο) λέγοντας:
Τι καπετάνιος είσαι 'σύ
δεν ρίχνεις δυο τουφέκια
να μαζευτεί τ' ασκέρι σου
να δούμε ποιος μας λείπει.
Μας λείπει ο Διάκος απ' τα χτες
πάει στην Αλαμάνα”.
Επίσης το γεφύρι της Αλαμάνας, με τον ηρωικό θάνατο του Αθ. Διάκου, πρωταγωνίστησε και στο θέατρο σκιών(16), αφού παίχτηκε από σπουδαίους καλλιτέχνες του είδους αυτού, έγινε κλασσικό εικονογραφημένο και αποτέλεσε σημείο αναφοράς για υδατογραφίες, γκραβούρες, λιθογραφίες, χαλκογραφίες και σκίτσα από Έλληνες και ξένους περιηγητές και επιστήμονες κάθε είδους.(17)
       Θεωρούμε σωστό να αναφέρουμε  ότι  "Ζητούνι, στα σλαβικά, σημαίνει  τ ο     π έ ρ α  α π ό  τ ο ν  π ο τ α μ ό.  Οι Τούρκοι λέγανε τη Λαμία, όπως είναι γνωστό, Ζεϊτούν (= ελιά), που είναι παρετυμολογία του Ζητούνι". (18)
Το γεφύρι και ο Διάκος στο θέατρο Σκιών
Ο Διάκος και η Αλαμάνα στο θέατρο Σκιών.

Το γεφύρι της Αλαμάνας ή της Ελλάδας στον Σπερχειό ή Αλαμάνα ή Ελλάδα ή Αγριομέλα, υπάρχει στις μνήμες των Ελλήνων όχι μόνο θυμίζοντας τους ηρωικές πράξεις σπουδαίων ανθρώπων για ανεξαρτησία και προκοπή, αλλά αποτελώντας και σημείο πολιτιστικής αναφοράς μιας άλλης εποχής, περασμένης αλλά όχι ξεχασμένης.

Βιβλιογραφία – Σημειώσεις

  1. Edward Dodwell. “Κλασσικός και τοπογραφικός γύρος στην Ελλάδα”. Λονδίνο 1819. σελ. 490
  2. Χριστόφορος Περαιβός. “Απομνημονεύματα Πολεμικά”. Αθήνα 1836. σελ. 54
  3. Ρήγας Βελεστινλής. “Χάρτα της Ελλάδας”. Βιέννη 1797
  4. Simone Pomardi. “Ταξίδι στην Ελλάδα κατά τα χρόνια 1804, 1805 και 1806”. Ρώμη 1820
  5. James Skene. “Μνημεία και τοπία της Ελλάδας”. Έκδοση Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας. Αθήνα 1985
  6. Etienne Rey. “Voyage pittoresqe an Grece et dans le Levant”. Λυών 1847
  7. Δεν αποκλείεται, όπως λέγεται, να τις γκρέμισαν οι ίδιοι οι Έλληνες κατά την επανάσταση, για να εμποδίσουν τις μετακινήσεις των τουρκικών στρατευμάτων.
  8. Δημήτρης Φωτιάδης. “Κανάρης” σελ.91, Δωρικός Αθήνα 1978.
  9. Κώστας Παπαχρίστου. “ Η γέφυρα της Αλαμάνας”. Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας. Τόμος εικοστός όγδοος. Αθήνα 1985, σελ. 22 και 23.
  10. Πρόκειται για μια άλλη σπουδαία γέφυρα, αυτή της Σαλαμπριάς, στον ποταμό Πηνειό.
  11. Το μονότοξο γεφύρι του Μανώλη επί του Ασπροπόταμου (Αχελώος). Χτίστηκε το 1659 από το μαστρο-Μανώλη, με τη σχετική επιγραφή να λέει: ΕΚΤΙΣΘΗ το 1659
ΟΙ ΚΤΗΤΟΡΕΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ...
ΚΑΙ ΜΑΝΩΛΗΣ.
(Προφανώς υπήρχαν και επώνυμα αλλά είτε χάθηκαν είτε δεν αναγράφηκαν καθόλου).
    1. Α. Ιατρίδης. “Συλλογή Δημοτικών Ασμάτων, Παλαιών και Νέων” Αθήνα 1859. Σελ. 28-30.
      (13). Κώστας Παπαχρίστου. Όπως παραπάνω, σελ. 24, 25 και 26
      (14) Το έγραψε, μας το παρέδωσε και το τραγούδησε για το Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου στην Καλλιθέα Αττικής στις 10/04/2013, παρουσία του επίσης δάσκαλου και προέδρου του δημοτικού συμβουλίου Καλλιθέας, Ζήσιμου Κωνσταντόπουλου, από το Λιδορίκι Φωκίδας, μέσω του οποίου έγινε η γνωριμία μας με τον Βασίλη κολοβό.
      (15). Τα τρία αυτά ιστορικά γεφύρια, για τα οποία μιλάει το δημοτικό τραγούδι, είναι κατά σειρά της Τατάρνας ή Μαρδάχας επί του Αχελώου, μονότοξο, χτισμένο στα μέσα του 17ου αιώνα από ντόπιους μαστόρους, του Μανώλη επί του Αγραφιώτη, μονότοξο, χτισμένο το 1659 από τον μαστρο-Μανώλη και της Βίνιανης επί του Μέγδοβα ή Ταυρωπού, μονότοξο και αυτό.
      Και τα τρία αυτά γεφύρια αποτελούσαν βασικά στοιχεία του παλιού δρόμου, που ένωνε την Άρτα, την Αμφιλοχία και το Βάλτο με τα Άγραφα, το Καρπενήσι και τη Λαμία. Ήταν το μόνα σίγουρα περάσματα από την Δυτική για την Ανατολική Στερεά και αντιστρόφως.
      (16). Οι φωτογραφίες του θεάτρου σκιών με πρωταγωνιστές τον Διάκο και το γεφύρι της Αλαμάνας είναι ευγενική προσφορά του Αρχείου Γεφυριών Ηπειρωτικών-Σπύρος Μαντάς.
      (17).  Οι δύο φωτογραφίες του γεφυριού των αρχών του 20ού αιώνα πάρθηκαν από την σπουδαία εργασία του Κώστα Παπαχρίστου "Η γέφυρα της Αλαμάνας", που δημοσιεύτηκε στο "Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος", τόμος εικοστός όγδοος, Αθήνα 1985.
      (18).   Γ. Κορδάτος. "Μεγάλη ιστορία της Ελλάδας". Βυζάντιο Α', σελ. 429.

      Δείτε το παρακάτω σχετικό video για τα πετρογέφυρα της περιοχής:

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Γεφύρι Δουκίσσης Πλακεντίας



Ένα άγνωστο σε πολλούς γεφύρι στο κέντρο της Αθήνας.
   Ανεβαίνοντας από τη λεωφόρο Πεντέλης και κάνοντας αριστερά επί της οδού Δουκίσσης Πλακεντίας, στα όρια Μελισσίων και Βριλησσίων, συναντάμε το γεφύρι της Δουκίσσης Πλακεντίας.
   Είναι πεντάτοξο και χτισμένο επί του ρέματος Χαλανδρίου, που έρχεται από την Πεντέλη, διασχίζει την περιοχή των Βριλησσίων και διέρχεται μέσα από το Χαλάνδρι. Έχει πεντακάθαρο νερό μέχρι τον Ιούνιο, χύνεται στον Κηφισό  και αποτελεί όαση και σημείο συγκέντρωσης για πολλά είδη πτηνών και εντόμων.
Το γεφύρι από ανάντη. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Η περιοχή  λέγεται από τους ντόπιους «Πέντε Καμάρες» και το γεφύρι αποτελεί προέκταση της οδού Δουκίσσης Πλακεντίας.
   Χτίστηκε το 1841-42 από τους μηχανικούς Αλέξανδρο Γεωργαντά και Χανς Κρίστιαν Χάνσεν, σε θέση όπου κατά την αρχαιότητα υπήρχε γέφυρα, που πάνω της περνούσε η οδός Λιθαγωγίας. Πρόκειται για τον δρόμο, μέσω του οποίου οι Αθηναίοι κουβαλούσαν τα μάρμαρα από την Πεντέλη για την κατασκευή των αθάνατων έργων της Ακρόπολης. Πριν 3-4 χρόνια, όταν γινόντουσαν εργασίες για τη μεταφορά του υγραερίου στην περιοχή, δίπλα στο γεφύρι βρέθηκαν οι γλίστρες για την μεταφορά των μαρμάρων.
Η βάση του με το στηθαίο. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Χτίστηκε με το περίφημο Πεντελικό μάρμαρο από τη Δούκισσα της Πλακεντίας, κατά κόσμο Σοφία Λεμπρέν (Sophie de Marbois-Lebran), για να μπορεί να πηγαίνει στην Πεντέλη και να παρακολουθεί το χτίσιμο του μεγάρου της (Πύργος της Πλακεντίας) από τον μηχανικό Σταμάτη Κλεάνθη.
   Η Δούκισσα της Πλακεντίας ήταν φιλελληνίδα Αμερικανίδα, κόρη Γάλλου διπλωμάτη  και σύζυγος του Δούκα της Πλακεντίας (Πιατσέντσα, πόλης της Β. Ιταλίας) Καρόλου Λεμπρέν, υπασπιστή του Ναπολέοντα. Ενίσχυσε οικονομικά και κοινωνικά τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων καθώς επίσης και το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος. Πέθανε το 1854, σε ηλικία 69 χρόνων αφήνοντας σημαντικά κειμήλια στο Ελληνικό δημόσιο.
   Το γεφύρι έχει πέντε καμάρες, εκ των οποίων οι δύο αριστερές και η δεξιά τελευταία από ανάντη είναι επιχωματωμένες. Οι πρόβολοι είναι χτισμένοι με κυκλικά σμιλευμένη πέτρα, τα τόξα ακουμπούν ψηλά στα βάθρα ενώ αυτά μεγαλώνουν δεξιά και αριστερά όσο πάμε προς τη βάση τους.
Λεπτομέρεια τόξου και βάθρων. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Είχε μαρμάρινα στηθαία, τα οποία φαίνεται ότι αφαιρέθηκαν σε άγνωστο χρόνο και για άγνωστο λόγο και προστέθηκαν αργότερα καινούργια πέτρινα.
   Διαβάζουμε μια άποψη του 1923 για την γέφυρα : «… και είναι όντως απροόπτως θελκτική η συνάντησης εντός δασωδών εις φυσικήν κατάστασιν εκτάσεων αφελούς και απλής, αλλά πάντοτε ποιητικής γεφύρας. Ό,τι όμως εκπλήσσει είναι η μεγαλειώδης και αιωνόβιος πολύτοξος γέφυρα, η προορισμένη δια την από του ορυχείου του όρους μεταφοράν μαρμάρων εις Αθήνας…» (1)
   Χρησιμοποιείται από ελαφρά οχήματα και διαθέτει επιπλέον στο κατάστρωμά της οπές, στο ύψος των βάθρων, για τη διοχέτευση του βρόχινου νερού.
   Οι διαστάσεις του είναι:
Μήκος:   35 μέτρα
Άνοιγμα τόξων:  5,50 μέτρα
Ύψος τόξων (από ανάντη και αριστερά): Α’  1, 30 μέτρα
                                                                           Β’   4,50  μέτρα
                                                                           Γ’   7,60  μέτρα
                                                                           Δ’  8,90  μέτρα
                                                                           Ε’  3,20  μέτρα
Ύψος στηθαίου:  0,45 μέτρα
Πλάτος:  3,30  μέτρα.
Πεζοί...και οχήματα. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Πρόκειται για μια όμορφη και πρωτότυπη γέφυρα στο κέντρο της Αθήνας, άγνωστη στο ευρύ κοινό, άξια όμως της επίσκεψης και της προσοχής μας.

Σημειώσεις-βιβλιογραφία:
(1). Δ. Καμπούρογλου. Μελέται και Έρευναι τόμος 1. Σελ. 289-290, Αθήνα 1927.